Στέλλα, σ’ ευχαριστούμε πολύ που δέχτηκες να σε έχουμε κοντά μας. Θα θέλαμε να μας πεις λίγα λόγια για εσένα.

Μεγάλωσα στην Κύμη, τα τελευταία χρόνια ήρθα στην Αθήνα, ήμουν για ένα διάστημα αρχισυντάκτρια σε free press, αλλά οι φιλοδοξίες μου ήταν μεγαλύτερες από αυτό. Άρχισα να γράφω θεατρικά με αφορμή έναν διαγωνισμό, στον οποίο πήρα την τρίτη θέση με έναν μικρό μονόλογο τη «Δέκατη Τρίτη» και από εκεί και έπειτα το μικρόβιο τρύπωσε για τα καλά μέσα μου. Στη συνέχεια έγραψα το «Φλάι» που έγινε παράσταση, το «Πρέπει δεν πρέπει» με το οποίο πήρα μέρος στο Bob theatre Festival, τις «Χήνες» που βραβεύθηκαν από την Ένωση Ελλήνων Σεναριογράφων και άλλα τρία θεατρικά που είναι υπό έκδοση. Για ένα χρόνο δούλεψα και στην τηλεόραση.

Τι ήταν αυτό που σε έκανε να ασχοληθείς επαγγελματικά  με την συγγραφή έργων;

Αν και πάντα θεωρούσα το θέατρο το πιο δύσκολο είδος, ήθελα να το προσπαθήσω, γιατί είναι κάτι μαγικό να γράφεις και να ζωντανεύουν οι ήρωες πάνω στη σκηνή και να πεθαίνουν δυο ώρες μετά ανάμεσα στους θεατές και την επόμενη μέρα ξανά, αλλά αυτό το ξανά είναι πάντα διαφορετικό, είναι ένας ζωντανός οργανισμός, είναι σαν μέρα και νύχτα που φαινομενικά φαίνονται ίδιες οι μέρες και οι νύχτες μας, αλλά δεν είναι. Ποτέ δεν είναι. Ίσως υπάρχει και κάτι πιο βαθύ από αυτό που σου λέω τώρα που με κάνει να γράφω. Δεν ξέρω… ίσως το ότι είμαστε ατελείς, ίσως το ότι δεν είμαστε ικανοποιημένοι με τίποτα, ίσως επειδή είμαστε εκείνο το είδος που ακόμα και μες τη χαρά του είναι σε εγρήγορση για να δεχτεί τη λύπη. Και όλα αυτά είναι θέμα ανικανοποίητου π.χ Θεέ μου πόσες ζωές ακόμα θα μπορούσα να ζήσω! Ή παρατηρητικότητας… τόσοι άνθρωποι εκεί έξω σαν εσένα ή καμιά σχέση με σένα. Και όλοι έχουν μια ιστορία και για όλους η ιστορία τους είναι σημαντική και είναι λυτρωτικό να λες ιστορίες. Είναι μαγικό να πλησιάζονται οι άνθρωποι ουσιαστικά. Κι ας χαθούν λίγο μετά. Αλλά το θέατρο είναι εκείνη η μαγική στιγμή της σύνδεσης.

Ποιο ήταν το πρώτο έργο σου που ανέβηκε στην σκηνή και τι συναισθήματα σου δημιουργήθηκαν;

Ήταν η Δέκατη Τρίτη, ένας μικρός μονόλογος που μιλά για μια αυτοκτονική κοπέλα. Στο έργο τη βλέπουμε τη στιγμή που αποφασίζει να κάνει τη δέκατη Τρίτη προσπάθειά της, γιατί όλες οι άλλες απέτυχαν για διάφορους λόγους. Είναι μαύρη κωμωδία. Και εκείνη την πρώτη φορά που παραστάθηκε έργο μου κατάλαβα πως πιο σημαντικό από το χειροκρότημα είναι η σιωπή. Αυτή η ακινητοποιημένη στιγμή που ο κόσμος σιωπά για να ακούσει τί έχεις να του πεις.

Παρακολουθήσαμε την πτήση του «Φλάι»,  πριν δυο χρόνια. Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό και συναρπαστικό ταξίδι μιας μύγας διαφορετικής από τις υπόλοιπες. Από που το εμπνεύστηκες;

Πρώτα από όλα ευχαριστώ για το «συγκλονιστικό». Το «Φλάι» ξεκίνησε σε κάποια σεμινάρια δημιουργικής γραφής που παρακολουθούσα τότε. Η Χριστίνα (Οικονομίδου) μου έδωσε ένα κείμενο και μου ζήτησε να κυκλώσω τη λέξη που με ενδιέφερε περισσότερο. Κι εγώ κύκλωσα τη λέξη «μύγα». Και τότε μου είπε να γράψω ένα διήγημα για τη ζωή μιας μύγας. Και το έγραψα. Και ήταν κωμωδία. Και υπήρξαν άνθρωποι που το διάβασαν, τους άρεσε και με παρακίνησαν να κάνω ένα θεατρικό βασισμένο σε αυτό. Το έκανα, μόνο που μου βγήκε δράμα (γέλια). 

Γενικότερα, τι είναι αυτό που σε εμπνέει για να δημιουργείς τα έργα σου;

Οι άνθρωποι. Δεν υπάρχει καλύτερος πηλός. Οι ιστορίες τους, οι ανάγκες τους, ο τρόπος που χαμογελούν, που περπατούν, που σε κοιτούν, που μιλούν κάνοντας λακάκια. Οι άνθρωποι στα καλά και τα άσχημά τους. Η ευγένεια και η αγένειά τους, η καλοσύνη τους και το μίσος. Αυτά που συνυπάρχουν μέσα τους και την ίδια στιγμή βλέπεις έναν Θεό και έναν διάβολο. Οι αντιφάσεις. Μου αρέσουν οι αντιφάσεις.  Στο «Φλάι» ο χαρακτήρας λέει: «ταιριάζουμε μέχρι να καταδείξει ο ένας στον άλλον τη διαφορετικότητά του. Κι αυτό είναι το σημείο που μας χωρίζει, ενώ θα ‘πρεπε να μας ενώνει». Αυτό είναι λοιπόν η έμπνευση.

Μάθαμε και για την επιτυχία των «Χηνών». Πως ήταν η εμπειρία του διαγωνισμού;

Πέρασε εντελώς αναίμακτα. Έστειλα τις «Χήνες» στο διαγωνισμό και μετά το έβγαλα από το κεφάλι μου. Εκείνη την περίοδο είχα μόλις τελειώσει κάτι καινούριο και έτρεχα να προλάβω την προθεσμία κατάθεσης μιας πρότασης για το Φεστιβάλ Αθηνών. Τελικά δεν μας πήραν. Λίγες μέρες πριν βγουν τα αποτελέσματα έμαθα ότι είχαν κατατεθεί πάνω από διακόσια θεατρικά έργα. Ε, εκεί είπα δεν παίζει. Αλλά τελικά ποτέ μη λες ποτέ. Εκείνη η βραδιά ήταν όμορφη. Σε ένα γεμάτο θέατρο στο Ίδρυμα Κακογιάννης να ακούς το όνομά σου… είναι ωραίο πράγμα. Αλλά μέχρι εκεί. Δε σημαίνει και κάτι, πέρα από το ότι μια βράβευση μπορεί να σε βοηθήσει να βρεις ευκολότερα παραγωγό. Θέλω να πω, δεν έχει να κάνει τόσο με την αξία του κάθε καλλιτέχνη, όσο με τις πόρτες που ίσως ανοίξουν πιο εύκολα μετά.

Αυτή την περίοδο παίζεται το θεατρικό "Στα Άκρα" στο θέατρο Χώρα. Γιατί επέλεξες να διασκευάσεις το συγκεκριμένο έργο του συγγραφέα Ζωρζ Μπατάιγ; Υπάρχει μια σύνδεση με την Ελλάδα του σήμερα; 

Μου ζητήθηκε να κάνω τη διασκευή και μετά από δυο αρνήσεις, την τρίτη φορά που με προσέγγισαν δέχτηκα. Είναι ένα πολύ δύσκολο έργο το πρωτότυπο. Μοιάζει χωρίς κορυφώσεις, έχει μια προσχηματική ιστορία, θα έλεγα πως είναι κοντά στο φιλοσοφικό δοκίμιο. Κι αυτό με έκανε να είμαι αρνητική στην αρχή. Διαβάζοντάς το διαπίστωσα πολλές στρώσεις που αποτελούν το κάτω κείμενο, το οποίο πρέπει να φέρεις σε πρώτο πλάνο στο θέατρο. Είναι πολύ δύσκολο αυτό να γίνει, γιατί παίζεις με σύμβολα. Θεωρώ πως έκανα μια καλή δουλειά, η οποία θα  μπορούσε να είναι καλύτερη αν είχα απόλυτη ελευθερία. Από εκεί και ύστερα, το έργο αυτό είναι σαν όνειρο που προβλέπει το μέλλον. Και το μέλλον δεν υπήρξε καθόλου καλό για την ανθρωπότητα μετά το 1935 που γράφτηκε.  Η άνοδος του Χίτλερ και ό,τι επέφερε μας κάνει αρκετά υποψιασμένους και πλέον αναγνωρίζουμε τα σημάδια. Και δυστυχώς τα σημάδια του σήμερα δεν είναι ενθαρρυντικά. Υπάρχει ένας οικονομικός πόλεμος ήδη, ένας γείτονας (Τουρκία) που έχει έναν πολύ επικίνδυνο φασίστα ηγέτη, υπάρχουν χώρες, όπως και στο έργο του Μπατάιγ που παραπαίουν και δεν ξέρουν ποιου το μέρος να πάρουν και άλλες που είναι ήδη εγκλωβισμένες στην οικονομική κυριαρχία της Γερμανίας.  Ο θεατής αν αναγνωρίσει τα σύμβολα, (γιατί όλοι οι χαρακτήρες είναι σύμβολα), θα καταλάβει το μεγαλείο του έργου του Μπατάιγ.   

Ποια είναι τα σχέδια σου για το μέλλον;

Θέλω πολύ να βρει το δρόμο του προς τη σκηνή το καινούριο μου θεατρικό «Ροζαλία Λομπάρντο». Είμαι σε επαφές για να βρεθεί ένας τρόπος. Επίσης για τις «Χήνες» έχουν ήδη ενδιαφερθεί και μάλλον θα υπάρξει κάτι όμορφο σύντομα.

Τι συμβουλή θα έδινες στις γυναίκες συγγραφείς που ξεκινούν σήμερα την καριέρα τους;

Δεν θεωρώ τον εαυτό μου ικανό να δώσει συμβουλές, οπότε δεν θα πάρω κανέναν στο λαιμό μου. Επίσης δεν πιστεύω πως χρειάζονται ειδικές προτροπές στις γυναίκες συγγραφείς. Θα πω λοιπόν τί κάνω εγώ. Πιστεύω στον εαυτό μου, έχω μάθει να σηκώνομαι όταν πέφτω,  δεν αφήνω κανέναν να μου πει ότι δεν μπορώ και αγαπώ πολύ, πολύ, πολύ αυτό που κάνω.   

 



  Διάβασε ακόμη:

Αθηνά Κόρδα: A black (& white) magic woman!

Βαρβάρα Λάρμου: Και ο θεός έπλασε την (απόλυτη) γυναίκα…